Ο υψηλόσωμος σέντερ ανδρώθηκε μπασκετικά στα κολέγια των ΗΠΑ. Αγωνίστηκε τις δύο πρώτες κολεγιακές του σεζόν (1979-1980, 1980-1981) στο Πανεπιστήμιο του Βόρειου Αϊντάχο με μέσο όρο 17,1 πόντους και 10,2 ριμπάουντ ανά παιχνίδι. Αυτές οι επιδόσεις προσέλκυσαν την προσοχή των άλλων μεγαλύτερων πανεπιστημίων.

Παράλληλα από πολύ νεαρή ηλικία άρχισε να αγωνίζεται με την φανέλα της εθνικής ομάδας. Έλαβε μέρος με την ομάδα του Καναδά στο μουντομπάσκετ του 1982 και στους Ολυμπιακούς αγώνες του 1984 όπου κατέλαβε την 4η θέση.

Παρότι επιλέχθηκε στην θέση 43 στα ντραφτ του NBA το 1984 από τους Σικάγο Μπουλς δεν βρήκε θέση στην ομάδα και ταξίδεψε στην Ευρώπη όπου και έκανε σπουδαία καριέρα. Πρώτος σταθμός της Ευρωπαϊκής πορείας του ήταν η Μπρέσια στην SerieB για την σεζόν 1984-1985. Τελείωσε την χρονιά 16,7 πόντους και 11,8 ριμπάουντ ανά αγώνα.

Την επόμενη χρονιά αγωνίστηκε στην Μπαρτσελόνα όπου αντικατέστησε μέσα στην χρονιά τον Μάικε Ντέιβις και αγωνίστηκε σε 23 αγώνες. Σημείωσε 14,4 πόντους και 10,4 ριμπάουντ στην σεζόν ενώ υπήρξε καθοριστικός στην κατάκτηση του Κυπέλλου Κυπελλούχων Ευρώπης για τους Καταλανούς με 14 πόντους και 18 ριμπάουντ στον τελικό κόντρα στην Σκαβολίνι Πέζαρο.

Την διετία 1987-1989 αγωνίστηκε στον Άρη. Είχε τρομερή έφεση στο ριμπάουντ και ήταν πολύ καλός αμυντικός χωρίς να σημαίνει πως δεν ήταν αποδοτικός στην επίθεση παρά την αστοχία στις βολές. Δεν ήταν ο παίκτης που θα έπαιρνε επάνω ένα αγώνα ωστόσο ήταν μαχητικός και έδινε πάντα αυτό που μπορούσε.

Τελείωσε και τις δύο σεζόν στους «κίτρινους» με double-double. Η έλλειψη ενός καλού «4» στο πλάι του θεωρήθηκε ως ο λόγος που ο τότε αυτοκράτορας δεν σήκωσε ένα Κύπελλο Πρωταθλητριών είτε στην Γάνδη είτε στο Μόναχο. Καλύτερο παιχνίδι του ήταν αυτό κόντρα στην Παρτιζάν τον Μάρτιο του 1988 όταν και η ομάδα του Γιάννη Ιωαννίδη εξασφάλισε την πρόκριση στο final-4 της Γάνδης. Με τον Άρη έπαιξε σε 61 αγώνες και πέτυχε 798 πόντους (11,41 μ.ο., αλλά και 13,75 μ.ο. στην Ευρώπη), ενώ δυστυχώς δεν διαθέτουμε στατιστικά για τα ριμπάουντ.

Αποχώρησε από τον Άρη το καλοκαίρι του 1989 για τις ΗΠΑ και τους Omaha Racers, μια ομάδα μικρότερης κατηγορίας. Παρακολούθησε τα καλοκαιρινά καμπ του NBA στην προσπάθεια του να βρει ομάδα στο NBA. Το 1992 επέστρεψε στην Ισπανία και την Ουέσκα όπου σημείωσε 8 πόντους και 7,5 ριμπάουντ.

Το 1994 αντιμετώπισε την εθνική μας ομάδα στο Μουντομπάσκετ του Καναδά ενώ τελευταίος σταθμός της καριέρας του ήταν η Guialmi Estrelas το 1997.

Σήμερα ο ίδιος ζει μόνιμα στον Καναδά και δηλώνει ότι αγαπά την Ελλάδα και θυμάται με νοσταλγία τις ημέρες του στον Άρη. Ο γιος του, Κάιλ Γουίλτζερ, αγωνίστηκε μετά από πολλά χρόνια στην ελληνική Α1 για λογαριασμό του Ολυμπιακού.

ΙΩΑΚΕΙΜ ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ