Ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της ομάδας μπάσκετ της δεκαετίας 1955-1964 είναι αυτό του Αστέριου Γούσιου. Πρόκειται για έναν παίκτη που έχει συνδέσει το όνομα του με τις μεγάλες επιτυχίες του Άρη εκείνα τα χρόνια.Πρόκειται για έναν από τους τελευταίους εναπομείναντες που σήκωσαν ψηλά τη σημαία του Άρη στα πρώιμα αυτά χρόνια του ελληνικού μπάσκετ. Ο κύριος Στέργιος μας έκανε την τιμή να μας μιλήσει για το μπάσκετ στην εποχή του.

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΕΡΜΕΝΤΖΟΓΛΟΥ,ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ARIS RE


ΥΡ: Η νέα γενιά ίσως αγνοεί πολλά πράγματα για την ιστορία του μπάσκετ του Άρη. Μιλήστε μου λίγο για εσάς, ποιος είναι ο Στέργιος Γούσιος;
ΣΓ: Είμαι γεννημένος το 1937 και η μητέρα μου Ευτυχία, ήταν αδερφή των Κώστα, Νικηφόρου και Κλεάνθη Βικελίδη. Η ίδια μάλιστα μαζί με ακόμη δύο αδερφές της υπήρξαν από τις πρωτοπόρους βολλεϊμπωλίστριες του συλλόγου, στα μέσα της δεκαετίας του 20. Γεννημένος στην περιοχή της Αγίας Τριάδας και μέλος της μεγαλύτερης αθλητικής οικογένειας της πόλης και ίσως της Ελλάδας, ήταν αναπόφευκτο να γίνω αρειανός από πολύ μικρή ηλικία.
ΥΡ: Πως όμως ασχοληθήκατε με το μπάσκετ, που εκείνα τα χρόνια ήταν παραγκωνισμένο σε σχέση με το ποδόσφαιρο;
ΣΓ: Γενικά με τα αθλήματα τα πήγαινα πάρα πολύ καλά. Στο δημοτικό πήγαινα στο κολυμβητήριο του Άρη. Επρόκειτο για έναν χώρο στην ανοιχτή θάλασσα, πίσω από την παλιά λέσχη του συλλόγου, στο ύψος της σημερινής Λέσχης Τυφλών, στη Βασιλίσσης Όλγας. Εκεί βρίσκονταν και το γήπεδο μπάσκετ του Άρη. Μετά έπαιξα ποδόσφαιρο στη ΧΑΝΘ. Υπήρξα πρόσκοπος, σκυταλοδρόμος, γενικά αθλητής του στίβου. Το 1955 εισήχθην στην Γεωργική Σχολή όπου έπαιξα για πρώτη φορά βόλλεϊ. Στα διαλείμματα γνωρίστηκα με έναν αθλητή στίβου του Μακεδονικού, τον Στέλιο Σιμώνη. Αυτός παρατήρησε πως είχα μεγάλη αλτικότητα και μου πρότεινε να ασχοληθώ με το μπάσκετ. Για εκείνη την εποχή ήμουν πολύ ψηλός, 1,94. Μία μέρα έπαιζαν στη ΧΑΝΘ οι μεικτές Θεσσαλονίκης και Αθηνών. Τότε έπαιζε ο Ταλιαδόρος του Άρη εναντίον του μεγάλου Ματθαίου που είχε μεταγραφεί στην Αθήνα. Πριν το ματς με βρήκαν στον δρόμο δύο κύριοι και με παρακίνησαν να πάω να δω το παιχνίδι μαζί τους. Ήταν ο Ανέστης Πεταλίδης και ο Πέτρος Πετράκης, στελέχη του καλαθοσφαιρικού τμήματος του Άρη. Μου έκαναν πρόταση να παίξω για τον Άρη και εγώ δέχτηκα. Το μπάσκετ ήταν λιγότερο δημοφιλές από το ποδόσφαιρο, αλλά ο Άρης είχε ιστορία στο άθλημα και μάζευε πάντα πολύ κόσμο. Το γήπεδο του Άρη ήταν πολύ μικρό, περίπου 1000 θεατές, και τα περισσότερα παιχνίδια τα παίζαμε στης ΧΑΝΘ που φυσικά το γεμίζαμε.

ΥΡ: Πόσα χρόνια αγωνιστήκατε με τη φανέλα του Άρη και τι διακρίσεις είχατε;
ΣΓ: Αγωνίστηκα από το 1955 μέχρι το 1964, με μία διακοπή δύο χρόνων, όταν λόγω σοβαρής ασθένειας σταμάτησα από 1961 μέχρι το 1962. Κερδίσαμε το πρωτάθλημα Θεσσαλονίκης, αγωνιστήκαμε στο Πανελλήνιο. Το 1959 για λεπτομέρειες δεν κερδίσαμε το Πανελλήνιο αλλά τερματίσαμε πίσω από την ΑΕΚ. Εκείνη την εποχή ο Πανελλήνιος ήταν η καλύτερη ομάδα στη χώρα. Τη φουρνιά μου στον Άρη την είχαν θεωρήσει ως διάδοχο του Πανελληνίου. Πήρα μέρος στα διεθνή τουρνουά, του Παλέρμο και της Μεσσίνα της Ιταλίας. Αυτό που δεν ξεχνώ ήταν η μεγάλη επιτυχία στο τουρνουά της Λιέγης, στο Βέλγιο, όταν κατακτήσαμε την πρώτη θέση ανάμεσα σε σπουδαίους αντιπάλους. Ατελείωτα ταξίδια με τον σιδηρόδρομο, αλλά θυμάμαι ακόμη την υποδοχή που μας είχε γίνει, στα σύνορα και μετά στην πλατεία Αριστοτέλους από τους φίλους του Άρη.
ΥΡ: Τι θυμάστε από το μπάσκετ εκείνης της εποχής;
ΣΓ: Τότε αγωνιζόμασταν αρχικά για το τοπικό πρωτάθλημα, τον τίτλο της Θεσσαλονίκης. Υπήρχαν και άλλα τουρνουά, όπως του ΟΧΙ. Ο Άρης διοργάνωνε επίσης το τουρνουά του Κατράντζου αλλά και οι άλλες ομάδες είχαν δικά τους τουρνουά στα οποία αγωνιζόμασταν όλοι. Στο τέλος κάθε σεζόν είχαμε τα τελικά του Πανελληνίου Πρωταθλήματος. Μια χρονιά γίνονταν στην Αθήνα και μία στη Θεσσαλονίκη. Θυμάμαι πως μια φορά είχε λάβει μέρος και μια ελληνική ομάδα από την Αιθιοπία! Εγώ ήμουν ο σέντερ φορ της ομάδας. Με ύψος 1,94 ήμουν από τους ψηλότερους. Μόνιμο προπονητή είχαμε τον Ανέστη Πεταλίδη, που δεν ήξερε πολλά από τεχνική, αλλά εμψύχωνε τους παίκτες. Ξεζούμιζε όμως την ομάδα, καθώς δεν έκανε συχνά αλλαγές, οπότε οι βασικοί τραβούσαμε όλη την κούραση στα παιχνίδια. Σε ένα πανελλήνιο κοντέψαμε να κερδίσουμε τον τίτλο, αλλά στο τελευταίο παιχνίδι με την ΑΕΚ δεν παίξαμε καλά και δυστυχώς δεν τα καταφέραμε να στεφθούμε πρωταθλητές Ελλάδας. Είχαμε πολύ καλή ομάδα με παίκτες όπως ο Πετράκης, ο Σπηλιάκος, ο Χατζηγιαννάκης. Δυστυχώς και οι τρεις “έφυγαν” τον τελευταίο χρόνο. Ήμασταν πολύ καλύτεροι από τον αντίπαλο μας παοκ, αν και τα παιχνίδια ανάμεσα στις δύο ομάδες ήταν ντέρμπι αντίστοιχα με τα ποδοσφαιρικά. Γενικώς τα παιχνίδια του Άρη ήταν ένα κοσμικό γεγονός, με την ελίτ της κοινωνίας της πόλης να θεωρεί υποχρέωση της να παραβρίσκεται στο γήπεδο! Πάντα στα ανοικτά, κάτω από οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες.

ΥΡ: Με την εθνική αγωνιστήκατε;
ΣΓ: Φυσικά. Πριν από ένα παιχνίδι τοπικού πρωταθλήματος με τον Αετό, το 1956, με ειδοποίησαν πως θα παρίστατο ο Μακγκρέγκορ, ο τότε προπονητής της εθνικής. Από την απόδοση μου θα εξαρτιόταν αν θα με καλούσαν στο αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα. Το παιχνίδι ήταν εύκολο και εγώ “ντοπαρισμένος” από την ιδέα να φορέσω το εθνόσημο στο στήθος, έπαιξα πάρα πολύ καλά και τελικά έλαβα την κλήση! Πρώτο μου παιχνίδι ήταν ένα φιλικό εναντίον της Ρουμανίας. Αγωνίστηκα στην εθνική επί 28 συνεχόμενα παιχνίδια. Οι συμμετοχές μου έλαβαν τέλος όταν σταμάτησα προσωρινά το μπάσκετ λόγω ασθένειας.
ΥΡ: Ποια είναι η μεγαλύτερη διάκριση σας;
ΣΓ: Το 1960 τιμήθηκα μαζί με τον Μουρούζη και τον Αμερικάνο ως οι παίκτες της χρονιάς. Το 1962 τιμήθηκα επίσης από την Ανώτατη Συντονιστική Επιτροπή Αθλητισμού των Ενόπλων Δυνάμεων με το μετάλλιο της διεθνούς αθλητικής αξίας και ήθους και ήταν η μεγαλύτερη διάκριση που έλαβε ποτέ καλαθοσφαιριστής στη χώρα. Το βραβείο το παρέλαβα από τον ίδιο τον διάδοχο Κωνσταντίνο και έγινα εξώφυλλο στις περισσότερες από τις εφημερίδες της χώρας.

ΥΡ: Τελικά πως τελείωσε η καριέρα σας;
ΣΓ: Το καλοκαίρι του 1964 μου έγινε πρόταση από τη ΧΑΝ να πάω να σπουδάσω στην Αμερική με υποτροφία και παράλληλα να παίζω και μπάσκετ. Ήταν μια σπουδαία πρόταση, αλλά η απόφαση δεν ήταν μόνο δική μου. Έπρεπε να αφήσω την οικογένεια μου και την οικογενειακή επιχείρηση που είχαμε, ένα από τα παλιότερα τυπογραφεία της βορείου Ελλάδος. Για αυτόν τον λόγο αποφάσισα δυστυχώς να σταματήσω το μπάσκετ αλλά και το πανεπιστήμιο, και ασχολήθηκα με τις εκτυπώσεις. Ήμουν μόλις 26 ετών.
ΥΡ: Σήμερα ασχολείστε με το μπάσκετ, παρακολουθείτε αγώνες, πηγαίνετε στο γήπεδο;
ΣΓ: Πάντοτε ήμουν κοντά στο μπάσκετ. Πήγαινα συχνά στους αγώνες του Άρη. Τα τελευταία χρόνια απέχω για προσωπικούς λόγους, αλλά παρακολουθώ από την τηλεόραση. Πριν περίπου δέκα χρόνια πρωτοστάτησα μαζί με τον Ράσογλου και ιδρύσαμε τον σύλλογο βετεράνων καλαθοσφαιριστών του Άρη, κάτι που έλειπε από τον σύλλογο.

Ο Στέργιος Γούσιος παρά τα 86 του χρόνια είναι ακμαιότατος, μέχρι πρόσφατα μάλιστα εργαζόταν στο τυπογραφείο που έχει η οικογένεια του από τις αρχές του 20ου αιώνα και τώρα λειτουργεί ο γιός του, Χρήστος. Ο Στέργιος όμως δείχνει να έχει τα κότσια και αυτό το αποδεικνύει με κάτι που έκανε πριν λίγα χρόνια: Στα 78 του χρόνια, επέστρεψε στο πανεπιστήμιο, αυτό που είχε αφήσει το 1963 για επαγγελματικούς λόγους, και πήρε το πτυχίο του (!), τελειώνοντας κάτι που είχε αρχίσει στα χρόνια της νεότητας του!
Τελειώνοντας την ενδιαφέρουσα αυτή συνέντευξη ο Στέργιος Γούσιος μας δήλωσε:
«Θα ήθελα κλείνοντας να κάνω μια ιδιαίτερη μνεία στη σύζυγο μου Μαρία. Οι Γάλλοι λένε την φράση serchez la femme, ψάξτε τη γυναίκα. Εγώ την έχω βρει εδώ και πάνω από 50 χρόνια και υπήρξε ο στυλοβάτης μου σε ότι έκανα. Μαζί της μεγαλώσαμε με αρχές τα δύο μας παιδιά, τον Χρήστο και την Ευτυχία, έχουμε εγγόνια και αισιοδοξούμε να δούμε κάποιο από αυτά να φοράει τη φανέλα του Άρη, αν όχι στο μπάσκετ, σε κάποιο άλλο άθλημα!»

Ο Στέργιος Γούσιος, μέχρι πρότινος πρόεδρος των βετεράνων του Άρη, είναι ένας κύριος με όλη την έννοια της λέξης. Η συζήτηση μαζί του μου άνοιξε ένα παράθυρο για μια άλλη περασμένη εποχή, όταν τα πράγματα ήταν πιο αγνά, οι άνθρωποι πιο ευγενικοί και ο αθλητισμός καθαρός από τις μάστιγες της εποχής μας!

Η συνάντηση και η συζήτηση επί δύο ώρες με έναν τόσο μεγάλο αθλητή και σπουδαίο άνθρωπο, διεύρυνε τους ορίζοντες μου ως προς την ιστορία της καλαθοσφαίρισης του Άρη, έναν τομέα που έχει προσφέρει ουκ ολίγες δάφνες στον σύλλογο μας. Ο ίδιος μου πρόσφερε, πέρα από το υλικό, μοναδικές πληροφορίες για τους συμπαίκτες του, τους αγώνες, τα γήπεδα και γενικά για το μπάσκετ της δεκαετίας του πενήντα, πράγματα που λίγοι πλέον ξέρουν ή θυμούνται, αλλά οι αναγνώστες μας θα μάθουν, ακολουθώντας την καλύτερη σελίδα του Άρη μας, δηλαδή την aris.re.

Ο ΑΡΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ