Γεννημένος το 1911, αγωνίστηκε αρχικά στον Μέγα Αλέξανδρο, απ’ όπου μεταπήδησε στις τάξεις των κίτρινων το 1928. Με τον Άρη γνώρισε μεγάλες δόξες και κατέκτησε τον τίτλο του πρωταθλητή Ελλάδος το 1931-32. Επί οκτώ χρόνια «έλαμψε εκτυφλωτικά» στην επίθεση της ομάδας, συγκροτώντας μαζί με τον Αγγελάκη και τον Καλτέκη ένα αχτύπητο τρίδυμο που εξέθεσε πολλές φορές τις καλύτερες άμυνες της χώρας. Αναδείχτηκε δύο διαδοχικές φορές πρώτος σκόρερ του εθνικού πρωταθλήματος, πετυχαίνοντας δεκατρία γκολ τη σεζόν 1930-31 και δεκαπέντε τη σεζόν 1931-32.

Τα «ανδραγαθήματα» του κατά τις περιόδους αυτές ήταν τεράστια: στις 28 Ιουνίου 1931, Ηρακλής – Άρης 2-6, με τρία γκολ του Νίκου, στις 24 Απριλίου 1932, ΠΑΟΚ – Άρης 0-2, και τα δύο γκολ δικά του, στις 10 Ιουλίου 1932, Ηρακλής – Άρης 3-7, με τον Νίκο να σκοράρει πέντε φορές!!! Από τα βέλη του δεν γλυτώνουν ούτε οι «Αθηναιοπειραιώτες»: στις 16 Μάη 1932, Άρης – ΠΑΟ 7-0, με τέσσερα γκολ του, ενώ από μία φορά σκόραρε την ίδια χρονιά επί της ΑΕΚ, Ολυμπιακού, Εθνικού και Απόλλωνος Αθηνών!

Το φθινόπωρο του 1931 πιάνει από το «χέρι» την ομάδα και την οδηγεί στον τελικό του κυπέλλου Ελλάδος. Προημιτελικός Άρης – ΠΑΟ 7-2, με ένα γκολ του, ημιτελικός Άρης – Απόλλων Αθηνών 3-2, με δύο τέρματα του και στον τελικό, στις 8 Νοεμβρίου 1931, αν και αγωνίζεται με ενοχλήσεις στο πόδι, πράττει στο ακέραιο το καθήκον του, πετυχαίνοντας τρία γκολ. Δυστυχώς η ομάδα ηττάται με 5-3, χάνοντας την πρώτη διοργάνωση κυπέλλου που θεσπίστηκε ποτέ στην Ελλάδα.

Διεκδικεί ακόμη ένα κύπελλο, κατά τη σεζόν 1932-33, αλλά αυτή τη φορά του το στερεί ο Εθνικός Πειραιώς, παρότι σκόραρε στο πρώτο από τα δύο παιχνίδια που παίχτηκαν.

Από το 1933 και μετά ακολουθούν τρεις «στείρες», από πλευράς επιτυχιών, χρονιές, με τον Νίκο να κερδίζει τον τίτλο του πρώτου σκόρερ στα πρωταθλήματα του Βορείου ομίλου του 1933-34 και 1934-35.

Το 1937, μετά από μια συνεχή και επουσιώδη εξάχρονη παρουσία, εγκαταλείπει την ομάδα, συνεχίζοντας με τα χρώματα του Ηρακλή, όπου θα κλείσει την καριέρα του, κατά τη διάρκεια της κατοχής, το 1944.

Ο μεγάλος αυτός γκολτζής, είχε ως κυριότερο χαρακτηριστικό το τρομερό σουτ. Μπορούσε να σκοράρει από πολύ μεγάλες αποστάσεις, εξαπολύοντας κεραυνοβόλα εύ-στοχα σουτ, που για τους περισσότερους τερματοφύλακες ήταν αδύνατο να τα αποκρούσουν. Χρησιμοποιούσε με την ίδια ευχέρεια και τα δύο πόδια. Εξίσου δυνατός ήταν στις κεφαλιές του, με τις οποίες σκόραρε πάρα πολύ συχνά.

Η καριέρα του στην εθνική ομάδα ήταν σύντομη, αλλά άφησε και εκεί το στίγμα του. Αγωνίστηκε για πρώτη φορά στις 25 Οκτωβρίου 1931, στη Σόφια, εναντίον της Βουλγαρίας για το βαλκανικό κύπελλο. Στο 10’ με τρομερό σουτ από τα τριάντα μέτρα άνοιξε το σκορ, αλλά δυστυχώς το γκολ αυτό δεν έφτασε να δώσει τη νίκη (τελικό σκορ 2-1). Ακολούθησαν ακόμη τέσσερις συμμετοχές, μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, με ακόμη ένα γκολ, επί της Γιουγκοσλαβίας.

Ο ίδιος παίκτης, αργότερα, σε μία συνέντευξή του στην τηλεόραση, είχε αναπολήσει τις στιγμές που έζησε και μεταξύ άλλων είχε πει για τις αμοιβές του εκείνο τον καιρό: «…όταν κερδίσαμε το πρωτάθλημα, σε ένα από τα παιχνίδια είχα πετύχει τρία γκολ. Για να με ανταμείψουν από το Διοικητικό συμβούλιο με έδωσαν 75 δραχμές και μια επιταγή για να φάω δωρεάν σε κάποιο εστιατόριο, με την προτροπή όμως να μην υπερβώ τις 25 δραχμές στον λογαριασμό…!»

Ο Νίκος Κίτσος πέρα από ποδοσφαιριστής, υπήρξε και ένας πολύ πετυχημένος μουσικός και συνθέτης! Υπήρξε ένας πολύ καλός πιανίστας που συνέθεσε αρκετά έργα. Μαζί με τον φίλο του Κοσματόπουλο συνέθεσαν τρεις μουσικές επιθεωρήσεις που παίχτηκαν από πολλά θέατρα και θιάσους, όπως αυτόν του Νίκου Σταυρίδη, του Μίμη Κοκκίνη και του Παρασκευά Οικονόμου.

Το κείμενο είναι από το βιβλίο “Την καρδιά αν ρωτήσεις ποτέ…” των εκδόσεων aris.re.

oiassoitouareos.gr © 2021. Created by Web-mate.