Ο Τάκης Νικολαίδης,ένας από τους  μεγαλύτερους αθλητές που φόρεσαν ποτέ τη φανέλα του Άρεως

ΑΘΛΗΤΗΣ με όλη τη σημασία της λέξεως, αφού προτού τον κερδίσει το ποδόσφαιρο είχε εξαιρετικές επιδόσεις στον στίβο αλλά και στο μπάσκετ.

Προερχόμενος από την ΧΑΝΘ, ο Νικολαϊδης θα αποτελέσει αναπόσπαστο μέλος του Άρη από το 1938 ως το 1950.

Με τον Άρη η κορυφαία του στιγμή ήταν η κατάκτηση του τρίτου για την ομάδα μας και πρώτου μεταπολεμικού πρωταθλήματος 1945-46,ενώ ήταν παρών και στους δυο χαμένους τελικούς κυπέλλου του 1940 και  του 1950.

Αριστεροπόδαρος,αεικίνητος και τεχνίτης ποδοσφαιριστής,αγωνίστηκε  στη μεσαία γραμμή, δημιουργώντας την εποχή εκείνη ένα νέο στυλ κεντρώου παίκτη που επιτίθεται αλλά και αμύνεται συγχρόνως.

Ο Τάκης Νικολαίδης,τιμητικά κλήθηκε να γράψει ένα κείμενο στην μεγάλη έκδοση του Κέντρου Ιστορίας Θεσσαλονίκης «ΑΡΗΣ 1914-2014» που συνέπεσε με την επέτειο των 100 χρόνων του συλλόγου μας.

Σας παραθέτουμε το σημαντικό αυτό κείμενο γραμμένο από το χέρι του Τάκη Νικολαΐδη.

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το 1929 στην περιοχή της Αγίας Τριάδας.

Αργότερα με την οικογένειά μου μετακόμισα στο κέντρο και φοίτησα στο β΄γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης.

Από τη ηλικία των 12 χρονών γράφτηκα στη ΧΑΝΘ. Ήμουν μέλος, το πιο μικρό, ο Βενιαμίν συγκεκριμένα της πρώτης ομάδας μπάσκετ. Παράλληλα έκανα και στίβο, μάλιστα στους εφηβικούς αγώνες της Θεσσαλονίκης το 1937 ήμουν πρώτος με επίδοση 1,60μ.,ύψος όχι ευκαταφρόνητο δεδομένου ότι ο πρωταθλητής Ελλάδας πηδούσε τότε 1,80μ. Εκτός από το ύψος διακρινόμουν  και στα 400μ. και στα 800μ. Έκανα δηλαδή συγχρόνως και στίβο και μπάσκετ στην πρωταθλήτρια ομάδα ΧΑΝΘ. Ως μπασκετμπολίστας υπήρξα μόνιμο στέλεχος επί σειρά ετών της μικτής ομάδας Θεσσαλονίκης.

Τελειώνοντας για το στίβο και το μπάσκετ θα ήθελα να πω λίγα λόγια για τη Χριστιανική Αδελφότητα Νέων Θεσσαλονίκης,στο περιβάλλον της οποίας επί σειρά ετών γαλουχήθηκα και η οποία με δίδαξε το  «ευ αγωνίζεσθε» αναπτύσσοντας το πνεύμα,το σώμα και την ψυχή.Την ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου.

Το 1938 ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου στο γήπεδο της ΧΑΝΘ το παρακολούθησε ο έφορος ποδοσφαίρου του Άρεως,ο αείμνηστος Κώστας Βικελίδης.Μετά τον αγώνα με πλησιάζει και μου λέει: «Tην Τρίτη να έρθεις στο γήπεδο του Άρεως για προπόνηση».

Τότε το γήπεδο ήταν δίπλα στον Άγιο Κωνσταντίνο,εκεί που τώρα είναι η Έκθεση.Πράγματι πήγα και έκανα προπόνηση.Έπαιξα με τη δεύτερη ομάδα ένα παιχνίδι κόντρα στην αντίστοιχη ομάδα του Ηρακλή,στο οποίο κερδίσαμε 3-2.Από αυτό το ματς και μετά μπήκα στην πρώτη ομάδα του Άρεως,βασικός στην τριπλέτα της επίθεσης.

Το 1940 παίξαμε στον ημιτελικό του Κυπέλλου Ελλάδας με την πανίσχυρη ΑΕΚ στο γήπεδο  του Ηρακλή.Με φώναξε ο έφορος με τον προπονητή και μου είπανε: «Tην Κυριακή θα παίξεις αριστερό χαφ για να κρατήσεις το δεξί εξτρέμ της ΑΕΚ που είναι ο πιο επικίνδυνος παίκτης για γκολ».Πράγματι έπαιξε και παρά τους ενδοιασμούς μου ήμουν πολύ καλός.Το παιχνίδι τέλειωσε ισόπαλο 2-2 και ο επαναληπτικός θα γινόταν την άλλη Κυριακή στο γήπεδο του ΠΑΟΚ. Στο παιχνίδι αυτό η απόδοσή μου ήταν καταπληκτική.Κερδίσαμε 3-0 και προκριθήκαμε στον τελικό του Κυπέλλου με αντίπαλο τον Παναθηναικό. Από τότε καθιερώθηκαν ως χαφ και στον Άρη και στη Μικτή της πόλης μας.

Το 1948 έπαιξα στην προεθνική ομάδα και παρά τις δηλώσεις των εκλεκτόρων ότι ήμουν χρήσιμος,δεν έπαιξε ποτέ στην Εθνική ομάδα.Ποδόσφαιρο έπαιξα μέχρι το 1952,οπότε και σταμάτησα λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων.

 Όταν καθιερώθηκα ως χαφ, η σκέψη μου ήταν ότι ο χαφ δεν πρέπει να έχει μόνο αμυντικό ρόλο αλλά και επιθετικό.Μου άρεσε να βοηθώ και στην άμυνα και στην επίθεση,παίζοντας περίπου όπως παίζει σήμερα ένας μεσοεπιθετικός χαφ.Εγώ το ρόλο αυτό τον εφάρμοσα πριν από πενήντα χρόνια.

Θα αναφέρω ένα σχόλιο που έγραψε ο αθλητικογράγος Γ. Σερπετζής στα «Αθλητικά Νέα» (1-1-1960)αναφερόμενος στο πρόσωπό μου: «Στην εποχή του το ποδόσφαιρο στηριζόταν περισσότερο στο δυναμισμό.Αυτός όμως είχε τη δική του σχολή.Εγκεφαλικός παίκτης με μια στρατηγική ζηλευτή και επιτελικότητα άφθαστη,δεν οργάνωνε μόνο κατά το πληρέστερο τρόπο την άμυνα του αμυντικώς,αλλά κατηύθυνε με μαεστρία και επιθετικώς την ομάδα του.Ο μέσος στην εποχή του Νικολαΐδη διακρινόταν κυρίως στον αμυντικό τομέα.Αυτός ήταν που κατήργησε αυτόν τον “νόμο” της εποχής εκείνης και εφήρμοσε δικό του. Ο μέσος κυρίως επιτίθεται, έλεγε, στο παιχνίδι του».

Από το 1958 και μετά,για μια τετραετία χρημάτισα σύμβουλος του Διοικητιού Συμβουλίου με καθήκοντα την εφορία του μπάσκετ.Με προπονητή τον αγαπητό μου φίλο Ανέστη Πεταλίδη,δημιουργήσαμε ομάδα άξια πρωταθλήτρια Θεσσαλονίκης,τόσο στο ανδρικό,όσο στο γυναικεία και στο εφηβικό τμήμα.Η ανδρική εκείνη ομάδα ήταν η μαγιά, ήταν η ομάδα από τις ρίζες της οποίας έμελλε να ξεφυτρώσει και να μεγαλουργήσει επι δεκαετία η αυτοκρατορία μπάσκετ του Άρεως.

Θεωρώ ως την ομορφότερη στιγμή της καριέρας μου την χρονιά 1945-46,που πήραμε το  Πρωτάθλημα Ελλάδας.Αισθάνομαι την υποχρέωση να συγχαρώ εκείνους που είχαν την ιδέα της καταγραφής της ιστορίας, τιμώντας με αυτόν τον τρόπο τους αθλητές που έγραψαν έστω και μια αράδα από την ιστορία του ένδοξου Άρεως.